Γιαγιά είναι μόνο μία!

Γιαγιά είναι μόνο μία!

0 Comments 🕔00:36, 11.Dec 2010

Φτάσαμε μόλις πριν μερικές ώρες στη γιαγιά και τον παππού. Περίπου 200 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, που αν και όχι δηλαδή πολύ μακριά, εμένα κάθε φορά, μου φαίνεται τεράστια η απόσταση, πολύ μακριά. Μακριά από εκείνες τις ημέρες που η δική μου γιαγιά, ερχόταν να με πάρει από το σχολείο. Λαχταρούσα κάθε φορά να την δω, έτσι μικροκαμωμένη, να με περιμένει πίσω από τη σιδερένια, τεράστια, με τα κάγκελα πόρτα του Στρουμπείου για να με πάει στο σπίτι της. Και τις λίγες φορές που έβλεπα τον παππού αναρωτιόμουν τι δεν είχε πάει καλά. Τι είχε πάθει η γιαγιά, μήπως με ξέχασε, μήπως είναι κουρασμένη;

Ένας δρόμος μας χώριζε από το σπίτι τους, εκεί δίπλα στο ταχυδρομείο που καμιά φορά κόβαμε δρόμο διασχίζοντας το εσωτερικό του, μερικά λεπτά από το αχνιστό φαγητό της: τα ξεφλουδισμένα ρεβύθια – πρόσεχε πολύ το στομάχι της η γιαγιά-, την νόστιμη κοτόσουπα με κομμάτια κοτόπουλου μέσα, τις φακές με μπόλικη φέτα και φυσικά πάντα μία ζεστή πάστα-φλώρα με μαρμελάδα βερύκοκο να μας περιμένει πίσω από την πόρτα της κουζίνας, πάνω στο πλυντήριο των πιάτων.  Και από έξω στεκόταν μία ραπτομηχανή από αυτές τις παλιές τις Singer, τις μαύρες με τα χρυσά γράμματα, και με το “πέδιλο” στο πόδι που ρυθμικά το κουνούσε και έραβε, μοντάριζε τα παντελόνια του παππού, τα σεντόνια της θείας μου, χάζευε, αναπολούσε, ξεχνιόταν.

Λαχταρούσα να καθίσουμε μετά η μία αντικριστά στην άλλη, εκείνη με κάποιο κέντημα στο χέρι και εγώ – δεν ξέρω ίσως με τίποτα στο χέρι- απλά να την θαυμάζω. Να της κάνω ερωτήσεις και αυτή να μου απαντάει άλλες φορές μονολεκτικά και άλλες μακρυγορώντας ανάλογα με αυτό που ήθελε να πετύχει. Γιατί πάντα ήθελε κάτι να πετύχει! Διπλωμάτισα από κούνια. Σιωπηλή, χαμογελαστή αλλά με  δύναμη και πυγμή, ύψωνε το ανάστημά της στον Κώστα της, 1,80 και βάλε και τότε όλα είχαν πάρει το δρόμο τους: Ότι πει η Μαρία! 

Θυμάμαι όταν έβρεχε που πάντα έτρεχε με ένα γυάλινο μπωλ να μαζέψει το νερό της βροχής (ροδόνερο το έλεγα) και μετά να λούσει τα μαλλιά της, με πράσινο σαπούνι. Και στη συνέχεια να βάλει στα χέρια της γλυκερίνη που αν και μου άρεσε η μυρωδιά της, δεν άντεχα τη συνήθειά της να μου τη βάζει στα χείλη μου όταν “έσκαγαν”. Περίεργο πολύ μου φαινόταν αλλά τελικά μάλλον δεν έδινα και πολύ σημασία. Δεν αντιστεκόμουν. Ότι και να μου έλεγε ήταν σοφό. Έτσι το έβλεπα. Κρεμόμουν από τα χείλη της, ειδικά όταν σχολίαζε τους άλλους, όταν είχε άποψη για το Βέγγο και το τρέξιμό του, για το σοσιαλισμό και τον Αντρέα – τι χαρά όταν κέρδισε τις εκλογές στις αρχές τους ’80, για το “Να η ευκαιρεία”, για τη Μαρία Αλιφέρη. Και πάντα θα αγοράζε το ΡΟΜΑΝΤΣΟ, με τους απίστευτους διαλόγους και τις φωτογραφίες των πρωταγωνιστών σαν κόμικ ζωντανό! Και όλες μπούκλα ξανθιά, μακριά. 

Μετά έρχονταν εκείνα τα σαββατόβραδα, όταν με άφηναν για να βγούν οι γονείς μου – καθόλου δεν μου άρεσε- αλλά το ξεπερνούσα όταν ξεκινούσε η Δυναστεία: είχε πάντα άποψη για την Κρίσταλ και την Φάλον, για το αν αντέδρασε σωστά απέναντι στην Αλέξις, και “κοίτα την άξεστη που θέλει και λογαριασμό και δεν της δίνει τα παπούτσια της στο χέρι”. Η καλύτερή μου όμως ήταν όταν θα φιλοξενούσαμε και τον κατά 4 περίπου χρόνια εξάδερφο, για τον οποίο φούσκωνε από περηφάνια το στήθος της όταν αναφερόταν στο όνομά του. Και ω τι χαρά εγώ που θα με διασκέδαζε με τις δαχτυλοσκιές στο σκοτάδι! Πετροιστορίες (Πέτρο τον λένε τον ξαδερφό μου) με δράση, χιούμρ και φαντασία. Πολλά βέβαια βράδια με θυμάμαι να κλαίω, να μου λείπει η μαμά, να σκέφτομαι την απώλεια αλλά πάντα με ηρεμούσε, της έπιανα το χέρι και ζεσταινόταν η καρδιά μου. Και το πρωί ήταν όλα πάντα λίγο πιο φωτεινά αφού είχα ανακαλύψει μερικούς μικρούς θησαυρούς στο σαλόνι της που τις περισσότερες φορές το είχε κλειδώμένο. Τότε βλέπετε τα σαλόνια τα άνοιγαν μόνο για τους “ξένους”. Μικρά μπιμπελό, πράσινα ποτηράκια για λικέρ, μπουκαλάκια, είδη που στα μάτια ενός παιδιού αποκτούν διαστάσεις ενός ολόκληρου χαμένου κόσμου και φοβερές αφορμές για μίμηση της ζωής των μεγάλων!

Πολύ μου λείπει. Εφυγε και τότε δεν το άντεξα αλλά τελικά το ξεπέρασα, το άφησα και με άφησε σε ησυχία. Μόνο μία φορά το χρόνο την επισκέπτομαι πια την Μεγ. Εβδομάδα και τότε τη  θυμάμαι πιο έντονα, πιο ζεστά, πιο αγαπημένα. Και θέλω να της δείξω την Αλίκη και θέλω να της διηγηθώ το ταξίδι μου και θέλω να αράξουμε και να ακούσουμε λίγο μουσική, να παίξει μαντολίνο (ποτέ δεν την άκουσα, μόνο την είδα σε φωτογραφίες), να παίξουμε μαζί κουν καν, να φορέσουμε όλα τα χρωματιστά της σκουλαρίκια και βραχιόλια και να αγκαλιαστούμε και να κοιταχτούμε στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας και να πούμε: σε ευχαριστώ που σε έζησα!

CUT (όπως θα έλεγε και η Γιολίνα)

Όλα αυτά σκέφτηκα όταν είδα το βιβλίο της Χαράς Μαραντίδου ΕΓΩ + ΕΣΥ = ΜΑΖΙ. Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΙΑΓΙΑ. Από τις εκδόσεις Πάπυρος. Αξίζει να το ξεφυλλίσετε, να το αγοράσετε, να το χαρίσετε, να το κράτησετε…Γιαγιά είναι μόνο Μία – άντε δύο στην καλύτερη περίπτωση και με μερικές απώλειες!

Aπό σήμερα 14/12/2010 μπορείτε να το βρείτε στις προτάσεις βιβλίων του Alice on Board.

you may also like:

No Comments

No Comments Yet!

No one have left a comment for this post yet!

WRITE A COMMENT ON THIS POST

Write a Comment